Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπορούν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπορούν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 5 Μαρτίου 2011
Μπορούν οι εφημερίδες να γίνουν brands;...
Posted by tospirto | Σάββατο 5 Μαρτίου 2011 | Category:
γίνουν,
εφημερίδες,
μπορούν,
brands;...
|
0
σχόλια
Από το marketingweek.gr
Στο 5ο Print Media Conference, το οποίο οργάνωσε πριν μερικές μέρες το Marketing Week, διατυπώθηκε η θέση ότι αν οι εφημερίδες και τα περιοδικά γίνουν brands και επεκταθούν στρατηγικά στις νέες πλατφόρμες επικοινωνίας, τότε «θα είναι για πάντα εδώ».
Η άποψη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια που η μετάβαση στην καινούργια εποχή έχει ήδη αρχίσει και ο τρόπος που θα τη διαχειριστούν τα ισχυρά παραδοσιακά Μέσα, θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον τους αλλά και το είδος των αγορών Μέσων Επικοινωνίας που θα έχουμε στις επόμενες δεκαετίες.
Πριν αναφερθούμε στην επέκταση του Τύπου στα καινούργια Μέσα που συνεπάγεται η συγκεκριμένη πρόταση, αξίζει για λίγο να...
σταθούμε στην καρδιά του ερωτήματος. Είναι οι εφημερίδες και τα περιοδικά «brands», με την έννοια του όρου που γνωρίζουμε στο Μάρκετινγκ; Ο τρόπος διαχείρισής τους, παρά την ύπαρξη εξαιρετικών τμημάτων Μάρκετινγκ, σε όλα τα σοβαρά Μέσα τα τελευταία χρόνια, δεν συνηγορεί για την άμεση αποδοχή της άποψης αυτής. Και ο λόγος είναι απλός. Στις εφημερίδες και τα περιοδικά, το προϊόν είναι η ίδια η Επικοινωνία. Η ταύτιση αυτή δεν επιτρέπει την αποστασιοποίηση μεταξύ του παραγωγού του προϊόντος και αυτού που αναλαμβάνει να το προωθήσει ακολουθώντας τις τεχνικές του Μάρκετινγκ, που αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου Μάρκετινγκ.
Ασφαλώς, ο εκδότης και ο διευθυντής έχουν πλήρη συνείδηση της στρατηγικής θέσης ή/και της ταυτότητας του «προϊόντος τους». Όμως το προϊόν είναι διαρκώς εναλλασσόμενο και η καθημερινή μορφή του επηρεάζεται τόσο πολύ από δημοσιογραφικά (ενίοτε και πολιτικά) κριτήρια, ώστε είναι αδύνατο να το διαχειριστεί κανείς ως ένα κλασικό προϊόν Μάρκετινγκ. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έντυπα δεν είναι ταυτόχρονα και μάρκες. Αντίθετα είναι ενίοτε ιδιαίτερα ισχυρές μάρκες. Απλώς η ιδιότητά τους αυτή έρχεται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την εκδοτική και δημοσιογραφική τους ταυτότητα.
Στα καινούρια Μέσα η ισχυρή αυτή ταυτότητα αδυνατίζει και από πλευράς περιεχομένου και -κυρίως- από πλευράς τρόπου χρήσης. Ο αναγνώστης ταυτίζεται πολύ λιγότερο με την οπτική γωνία ή τις απόψεις του ηλεκτρονικού μέσου, σε σχέση με τον έντυπο αναγνώστη. Γιατί «ψωνίζει» από πολλά μαγαζιά και δεν χρειάζεται να ταυτίζεται με κάποιο. Έτσι είναι πράγματι λογικό οι κλασικοί συνειρμοί που κουβαλάει η κάθε «μάρκα», να αποκτούν στην ηλεκτρονική έκδοση μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Κάτι που δίνει τη δυνατότητα σε όσους διαχειρίζονται μια τέτοια μάρκα να τη χρησιμοποιήσουν ως στρατηγικό εργαλείο διείσδυσης στις νέες αγορές και να επιδιώξουν τη μακροημέρευση της παρουσίας των παραδοσιακών Μέσων, με άλλη σύγχρονη μορφή. Η μάχη αυτή όμως δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε αυτονόητα κερδισμένη.
Τα παραδοσιακά Μέσα ανταγωνίζονται στο νέο αυτό περιβάλλον Νέα Μέσα που δημιουργήθηκαν επί τούτου και μπορεί να μην κουβαλούν συνειρμούς που οικοδομήθηκαν επί δεκαετίες, έχουν όμως άλλα πλεονεκτήματα, είτε λόγω του υψηλότερου βαθμού ταύτισης με το συγκεκριμένο περιβάλλον, είτε λόγω της οργάνωσης και μορφής του περιεχομένου τους. Επίσης τίποτε δεν εγγυάται ότι ακόμα και όπου δεν έχουν τώρα αντίστοιχο ανταγωνισμό, τα παραδοσιακά Μέσα δεν θα τον αποκτήσουν σε λίγους μήνες ή λίγα χρόνια, με δεδομένο το χαμηλό κόστος εισόδου στις συγκεκριμένες αγορές.
Η μάρκα είναι λοιπόν ισχυρό εφόδιο για τα κάθε είδους έντυπα που διεισδύουν στρατηγικά στον χώρο των Νέων Μέσων. Από εκεί όμως μέχρι την πρόβλεψη ότι μέσω της διείσδυσης αυτής θα μετατραπούν σε «brands» που «θα είναι για πάντα εδώ», η απόσταση είναι μεγάλη. Ας κάνουμε λίγο υπομονή και θα δούμε αν μπορούν να τη διανύσουν.
Στο 5ο Print Media Conference, το οποίο οργάνωσε πριν μερικές μέρες το Marketing Week, διατυπώθηκε η θέση ότι αν οι εφημερίδες και τα περιοδικά γίνουν brands και επεκταθούν στρατηγικά στις νέες πλατφόρμες επικοινωνίας, τότε «θα είναι για πάντα εδώ».
Η άποψη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια που η μετάβαση στην καινούργια εποχή έχει ήδη αρχίσει και ο τρόπος που θα τη διαχειριστούν τα ισχυρά παραδοσιακά Μέσα, θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον τους αλλά και το είδος των αγορών Μέσων Επικοινωνίας που θα έχουμε στις επόμενες δεκαετίες.
Πριν αναφερθούμε στην επέκταση του Τύπου στα καινούργια Μέσα που συνεπάγεται η συγκεκριμένη πρόταση, αξίζει για λίγο να...
σταθούμε στην καρδιά του ερωτήματος. Είναι οι εφημερίδες και τα περιοδικά «brands», με την έννοια του όρου που γνωρίζουμε στο Μάρκετινγκ; Ο τρόπος διαχείρισής τους, παρά την ύπαρξη εξαιρετικών τμημάτων Μάρκετινγκ, σε όλα τα σοβαρά Μέσα τα τελευταία χρόνια, δεν συνηγορεί για την άμεση αποδοχή της άποψης αυτής. Και ο λόγος είναι απλός. Στις εφημερίδες και τα περιοδικά, το προϊόν είναι η ίδια η Επικοινωνία. Η ταύτιση αυτή δεν επιτρέπει την αποστασιοποίηση μεταξύ του παραγωγού του προϊόντος και αυτού που αναλαμβάνει να το προωθήσει ακολουθώντας τις τεχνικές του Μάρκετινγκ, που αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου Μάρκετινγκ.
Ασφαλώς, ο εκδότης και ο διευθυντής έχουν πλήρη συνείδηση της στρατηγικής θέσης ή/και της ταυτότητας του «προϊόντος τους». Όμως το προϊόν είναι διαρκώς εναλλασσόμενο και η καθημερινή μορφή του επηρεάζεται τόσο πολύ από δημοσιογραφικά (ενίοτε και πολιτικά) κριτήρια, ώστε είναι αδύνατο να το διαχειριστεί κανείς ως ένα κλασικό προϊόν Μάρκετινγκ. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έντυπα δεν είναι ταυτόχρονα και μάρκες. Αντίθετα είναι ενίοτε ιδιαίτερα ισχυρές μάρκες. Απλώς η ιδιότητά τους αυτή έρχεται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την εκδοτική και δημοσιογραφική τους ταυτότητα.
Στα καινούρια Μέσα η ισχυρή αυτή ταυτότητα αδυνατίζει και από πλευράς περιεχομένου και -κυρίως- από πλευράς τρόπου χρήσης. Ο αναγνώστης ταυτίζεται πολύ λιγότερο με την οπτική γωνία ή τις απόψεις του ηλεκτρονικού μέσου, σε σχέση με τον έντυπο αναγνώστη. Γιατί «ψωνίζει» από πολλά μαγαζιά και δεν χρειάζεται να ταυτίζεται με κάποιο. Έτσι είναι πράγματι λογικό οι κλασικοί συνειρμοί που κουβαλάει η κάθε «μάρκα», να αποκτούν στην ηλεκτρονική έκδοση μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Κάτι που δίνει τη δυνατότητα σε όσους διαχειρίζονται μια τέτοια μάρκα να τη χρησιμοποιήσουν ως στρατηγικό εργαλείο διείσδυσης στις νέες αγορές και να επιδιώξουν τη μακροημέρευση της παρουσίας των παραδοσιακών Μέσων, με άλλη σύγχρονη μορφή. Η μάχη αυτή όμως δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε αυτονόητα κερδισμένη.
Τα παραδοσιακά Μέσα ανταγωνίζονται στο νέο αυτό περιβάλλον Νέα Μέσα που δημιουργήθηκαν επί τούτου και μπορεί να μην κουβαλούν συνειρμούς που οικοδομήθηκαν επί δεκαετίες, έχουν όμως άλλα πλεονεκτήματα, είτε λόγω του υψηλότερου βαθμού ταύτισης με το συγκεκριμένο περιβάλλον, είτε λόγω της οργάνωσης και μορφής του περιεχομένου τους. Επίσης τίποτε δεν εγγυάται ότι ακόμα και όπου δεν έχουν τώρα αντίστοιχο ανταγωνισμό, τα παραδοσιακά Μέσα δεν θα τον αποκτήσουν σε λίγους μήνες ή λίγα χρόνια, με δεδομένο το χαμηλό κόστος εισόδου στις συγκεκριμένες αγορές.
Η μάρκα είναι λοιπόν ισχυρό εφόδιο για τα κάθε είδους έντυπα που διεισδύουν στρατηγικά στον χώρο των Νέων Μέσων. Από εκεί όμως μέχρι την πρόβλεψη ότι μέσω της διείσδυσης αυτής θα μετατραπούν σε «brands» που «θα είναι για πάντα εδώ», η απόσταση είναι μεγάλη. Ας κάνουμε λίγο υπομονή και θα δούμε αν μπορούν να τη διανύσουν.
Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010
Τα Mockingbirds μπορούν να αναγνωρίσουν πρόσωπα στο πλήθος...
Posted by tospirto | Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010 | Category:
αναγνωρίσουν,
μπορούν,
πλήθος...,
πρόσωπα,
Mockingbirds
|
0
σχόλια
Από το http://clopyandpaste.blogspot.com/
Βιολόγοι του Πανεπιστημίου της Φλόριντα αναφέρουν ότι τα Mockingbirds* αναγνωρίζουν και θυμούνται ανθρώπους, τους οποίους παρατηρούν να απειλούν τις φωλιές τους. Όταν αυτά τα πουλιά, που είναι κοινά στις πόλεις, εντοπίσουν τον ανεπιθύμητο επισκέπτη τους, φωνάζουν δυνατά και βουτούν με δύναμη από ψηλά προς το μέρος του εισβολέα αγγίζοντας το κεφάλι του. Από την άλλη πλευρά πάλι, αγνοούν εντελώς τους περαστικούς που δεν τους θεωρούν επικίνδυνους.
Έχουμε την τάση να βλέπουμε όλα τα Mockingbirds όμοια, όμως η αίσθηση δεν είναι αμοιβαία. Τα Mockingbirds σίγουρα δεν βλέπουν όλους τους ανθρώπους όμοιους, αναφέρει ο Doug Levey, καθηγητής βιολογίας του Πανεπιστημίου της Φλόριντα.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε σε ηλεκτρονική μορφή στα Proceedings of the National Academy of Sciences. Είναι η πρώτη δημοσιευμένη έρευνα που αποδεικνύει ότι τα...
άγρια ζώα που ζουν στο φυσικό τους περιβάλλον, αναγνωρίζουν άτομα διαφορετικού είδους, όπως αναφέρει ο Levey. Η έρευνα μας παρέχει ενδείξεις σχετικά με το γιατί τα Mockingbirds και άλλα επιλεγμένα είδη πουλιών και ζώων, ακμάζουν σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, ενώ άλλα είδη εμφανίζονται σπάνια ή και καθόλου.
Το πραγματικό αίνιγμα του πεδίου της αστικής οικολογίας είναι ότι πρέπει να αντιληφθούμε το γιατί κάποια είδη ευδοκιμούν ανάμεσα στους ανθρώπους. Μια από τις υποθέσεις είναι ότι διαθέτουν μια έμφυτη ικανότητα να υιοθετούν και να αναπτύσσουν συμπεριφορές που τα άλλα είδη δεν μπορούν.
Τα Mockingbirds είναι από τα πιο κοινά πουλιά στην περιοχή του Πανεπιστημίου της Φλόριντα. Φτιάχνουν τις φωλιές τους στα δέντρα και σε θάμνους κοντά στο έδαφος. Για χάρη της έρευνας, εθελοντές μαθητές περπατούσαν προς την κατεύθυνση των φωλιών, παραμέριζαν τα φυλλώματα και άγγιζαν πολύ προσεκτικά την άκρη των φωλιών. Στη συνέχεια απομακρύνονταν από την περιοχή. Οι ίδιοι μαθητές επανέλαβαν την ίδια επίσκεψη την επόμενη μέρα και ξανά για δύο ακόμη μέρες. Την πέμπτη ημέρα όμως προσέγγισαν τις φωλιές διαφορετικοί εθελοντές. Συνολικά συμμετείχαν 10 εθελοντές εξετάζοντας 24 φωλιές, τουλάχιστον πέντε φορές κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού οπότε λαμβάνει χώρα η αναπαραγωγή των Mockingbirds.
Την τρίτη και τέταρτη μέρα τα πουλιά πετάγονταν νωρίτερα από τις φωλιές τους κάθε φορά που εμφανιζόταν οι γνωστοί σε αυτά μαθητές, ακόμη και αν οι μαθητές πήγαιναν από διαφορετικά μονοπάτια προς τις φωλιές, σε διαδοχικές ημέρες και φορώντας διαφορετικά ρούχα. Επίσης, τα πουλιά έκαναν περισσότερα καλέσματα κινδύνου, πετούσαν περισσότερο και πιο επιθετικά κάθε μία από τις επόμενες ημέρες, με κάποια από τα πιο αμυντικά πουλιά να τσιμπούν τα κεφάλια των εισβολέων. Όχι με τρόπο που θα μπορούσε να τραυματίσει κάποιον, αλλά αρκετά ενοχλητικά, αφού χτυπούσαν συνεχώς στο ίδιο σημείο, όπως αναφέρει ο Levey.
Κατόπιν, όταν κάποιοι άλλοι άγνωστοι μαθητές πλησίαζαν τις φωλιές, τα πουλιά αναστατώνονταν πολύ λιγότερο και περίμεναν να πετάξουν από αυτές την τελευταία στιγμή. Επίσης, τα πουλιά παρήγαγαν πολύ λιγότερα καλέσματα κινδύνου και επιτίθονταν λιγότερο από ό,τι τις προηγούμενες μέρες στους γνωστούς μαθητές.
Σε μια Πανεπιστημιούπολη 51.000 και πλέον φοιτητών, οι διαδρομές είναι γεμάτες μαθητές που περπατούν από και προς τις τάξεις τους καθημερινά. Επομένως, μπορούμε να πούμε ότι χιλιάδες διαφορετικά άτομα περνούν συνεχώς σε μικρή απόσταση από τις φωλιές την περίοδο της αναπαραγωγής.
Ακόμη, τα mockingbirds της μελέτης ήταν σαφώς ικανά να αναγνωρίζουν και να θυμούνται συγκεκριμένα άτομα, βασιζόμενα σε δύο μόνο σύντομες συναντήσεις στις φωλιές τους. Ο Levey τονίζει τη διαφορά που υπάρχει με εργαστηριακές μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες τα περιστέρια μπορούν να αναγνωρίσουν άτομα, κατόπιν όμως συνεχούς εκπαίδευσης. Λέει λοιπόν ότι, εξήντα δευτερόλεπτα συνάντησης ήταν αρκετά για τα mockingbirds, ώστε να μάθουν να αναγνωρίζουν διαφορετικά άτομα και να τα ξεχωρίζουν μέσα από το πλήθος κόσμου που υπήρχε στην Πανεπιστημιούπολη.
Για τα περισσότερα άγρια ζώα, η ανάπτυξη του αστικού περιβάλλοντος παρέχει λιγότερη τροφή και περισσότερα αρπακτικά. Πολλά είδη φεύγουν μακριά ή πεθαίνουν, ενώ αλλά επιμένουν και ορισμένα ευημερούν. Φαίνεται προφανώς ότι αυτά τα είδη προσαρμόζονται καλύτερα ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί όμως;
Όπως αναφέρει ο Levey, η ικανότητα των πουλιών να αναγνωρίζουν ανθρώπους, υποδεικνύει δυνατότητα αντίληψης που τους δίνει το πλεονέκτημα να αντιμετωπίζουν την πολυπλοκότητα του αστικού περιβάλλοντος, όπως την ικανότητα να κρίνουν ποιες γάτες έχουν αντιληφθεί τις φωλιές τους και ποιες περνούν απλώς ανέμελα πολύ κοντά από αυτές.
Δεν πιστεύουμε ότι τα mockingbirds εξέλιξαν την ικανότητα να αναγνωρίζουν ανθρώπους. Τα mockingbirds ζουν στο ίδιο περιβάλλον με τους ανθρώπους εδώ και λίγα χρόνια για να μπορούμε να πούμε ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως αναφέρει ο Levey. Αντίθετα, πιστεύουμε ότι τα πειράματά μας αποκαλύπτουν μια βαθύτερη ικανότητα που τα κάνει απίστευτα οξυδερκή σε οτιδήποτε γύρω τους και αντιδρούν κατάλληλα, όταν οι πιθανότητες κινδύνου είναι υψηλές.
Υ.Γ. *Το Mockingbird ονομάζεται στα ελληνικά Μίμος του Βορρά. Έχει μέγεθος 25 έως 28 εκατοστά. Είναι είδος της Β. Αμερικής. Τυχαίος επισκέπτης στη Βρετανία, Ολλανδια. Έχει το μέγεθος τσίχλας με μακρυά ουρά και κοντές φτερούγες. Δυνατό, σκούρο ράμφος.
Πηγή: petbirds.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

